Τετάρτη, Δεκεμβρίου 15

Στο μεγάλο ρολόι της πλατείας οι σπασμένοι δείχτες του
κατάργησαν τον χρόνο.
Η σκιά της Αριάδνης καθρεφτίζεται
τα μεσημέρια στους δρόμους
καβάλα στο ποδήλατο περιφέρεται ανήσυχη
σαν να γυρεύει κάτι
ίσως και η ίδια να μην ξέρει τι.

Αριάδνη, εγώ σου το ΄λεγα
ο θεός σου πέθανε
κι ο ήρωας που λάτρευες παρέδωσε τα όπλα
πάει καιρός, αλλάξαν οι εποχές
τώρα
το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου
ο χορός του θρήνου
ο θρήνος του χορού
χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις

ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα.

...
Αριάδνη
οι καιροί αλλάζουν
ζητούν τα δικά τους παραμύθια.

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ, ΗΧΟΙ -ΑΠΟΗΧΟΙ, Είσοδος, ΕΚΔ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 8

"Οι νύχτες του χειμώνα μεγαλώνουν
κλέβοντας τις έγνοιες της μέρας
ο ποιητής χάνεται για μια λέξη,

οι εραστές για μιαν απάντηση

οι αιχμάλωτοι απελευθερώνονται μ΄ένα μονάχα πυροβολισμό

το ουράνιο τόξο είναι η παράξενη αλληλογραφία
ανάμεσα σε δύο καταφρονεμένους."
Τ. Λειβαδίτης

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 2


The Dryad.
  της Evelyn De Morgan

"...
 μάζεψε τις σημαίες
πλύνε τες
κρέμασέ τες στο σύρμα
πλάι στις φανέλες και στα σώβρακα -
οι κήρυκες θ΄αργήσουν ακόμη"

 Γ. Ρ.,ΚΑΠΟΤΕ  12. ΧΙΙ. 77
 

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26

"αν έχω αριστερότητα εκεί κάτω στους βουβώνες

είναι που ο μέγας μονομάχος πολιορκημένος

κάνει έξοδο

έχοντας μεταλάβει των αχράντων φωνηέντων"

Έκτωρ Κακναβάτος, Κως, Ιούνης 1994

Τετάρτη, Νοεμβρίου 24

Νοσταλγία
 Νostalghia,  Andrei Tarkovsky

Μεσ' από το βάθος των καλών καιρών

οι αγάπες μας πικρά μάς χαιρετάνε.

Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.

κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζεις

που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,

δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι, ας κλαις.

Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά

- πόσος καιρός! - τα χάιδεψες μια νύχτα·

και σα ν' ακούς εντός σου να σαλεύει

μια συφορά παλιά και να ξυπνά.

Θα στήσουνε μακάβριο το χορό

οι θύμησες στα περασμένα γύρω·

και θ' ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε

και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.

Τα μάτια που κρεμούν - ήλιοι χλωμοί -

το φως στο χιόνι της καρδιάς και λιώνει,

οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες

οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί...


-Κώστας Καρυωτάκης-

Τετάρτη, Νοεμβρίου 10

Καὶ πῶς τοῦ παραδίνονταν λὲς καὶ τὰ μαύλισε


τὰ πράγματα Ρίχνανε στα πόδια τους τὶς

νικημένες τους σημαῖες τὰ ὅπλα τους τὰ
διάσημα τῆς ἀρχοντιᾶς τους κι ἀκόμα τοὺς
“Που είναι μια φλόγα
 να μας χαρίσει
την ησυχία της τέφρας!”,




ἀδένες τους ποὺ ἐκκρίνανε τὶς σημασίες

ἐκεῖνες τὶς ἀνείπωτες ποὺ ξεσηκώναν

τὰ αἰδοῖα τῶν Βακχῶν τὸσο ποὺ πιὰ δὲν ἔπαιρνε

ἄλλο κ´ ἔκανε πανιὰ γιὰ τὴν ἀλάλητη γιὰ τὴ  γυμνὴ βερυκοκιὰ νὰ τὴν κοιτάζει ἔφηβος

Ἀντίνοος τῶν βοστρύχων

Στράφι στράφι οἱ νίκες

Μὰ τὸ ποτάμι τὸν ἀκολουθοῦσε

τὸν περίμενε ὅλο ρουφῆχτρες

Κι αὐτὸς ἀνύποπτος τί ἀνισόπεδος

τί μὲ τὸ πλάσμα τῆς βαρύτητας σημαδεμένος

τί ἐραστὴς κατάνακρος μὲς στὴν ἀστροφεγγιὰ

στὴν ἀγγελοκρουσία

Τί μὲ τὸν ἄμωμο ἀγέρα ἀχόρταγος

τί μόνος μόνος καταμόναχος

γιὰ πάντα.

Κ´ οἱ φρόνιμοι: Ποιός εἶναι τοῦτος ὁ

πορφυρογέννητος τῆς ἐρημιᾶς καὶ τῆς ἀντάρας;

Ὁ δρόμος του χαράχτηκε περνάει ἀπ´ τὶς

ἀστραπὲς Ποὺ ὄχι μονάχα δὲ φυλάχτηκε ὁ

ἄμυαλος μὰ ποὺ τραβοῦσε κατεπάνω τους ὁ

μαυλισμένος δρομολόγιο τῆς κόλασης Κὶ πῶς

νὰ εἶναι ἡ θάλασσα ἀσπρόρουχο; μὰ τί λέει

ὁ τρελός; Πῶς τ´ ἄπαρτο ἁδόφραγμα ξέστηθος

ἥλιος; Καὶ ποῦ μαθὲς τὸ βρῆκε νά ´ναι τὸ

κάθε ἁλώνι μας τοῦ Χάρου καὶ τοῦ Διγενῆ; Τί

λέει ἐτοῦτος; Κι ἄν εἴτανε ὡς τό ´πε σμίλη

δὲν θά ´γλυφε τὴν πέτρα νὰ βγάλει ἄνεμο; Μὴν

κάποτε δὲν ρώτησε μιὰ θαλασσοσπηλιὰ ἄν εἶναι

κόρη μέλισσας; Κ´ ἐκείνη παραλοϊσμένη:

ἄχ νά ´σουνα ὁ καλός μου Κι ὅμως τῆς γύρισε

τὶς πλάτες κ´ ἔφυγε Τί νὰ ζητοῦσε; Τώρα

πάλι κοπάδι ἐλάφια ἡ λύπη του: ἡ ἀστρομάτα

ποὺ τὸν μάτιασε μιὰ παναγιὰ λαφίνα

τοῦ τό ´ταξε νὰ τόνε κάνει τοῦ θολοῦ νεροῦ

γιὰ πάντα



Ὅταν μετὰ αἰῶνες οἱ σκαπάνες

σ´ ἀρχαῖο τάφο βρίσκοντας τὰ ὀστά μου

θὰ δοῦνε πάνω τους νὰ φωσφορίζει τ´ ὄνομά σου

ἄραγε θὰ ξαφνιαστοῦν;

θὰ καταλάβουν;

θά ´ναι ὥς τότε ἀκόμα ὁ ἔρωτας

πνοὴ πρωιοῦ ἀπάνω στὸ τριφύλλι;

θὰ βλασταίνει ἀκόμα τοῦτο στὸν πλανήτη

ὅταν οἱ σκαπάνες;

Έκτωρ Κακναβάτος

Τρίτη, Νοεμβρίου 9

.''Λοιπόν, σαν εστεμμένος να μου μέλλεται άραγες

να πεθάνω ή για κάποια Ελένη:

Σελώνοντας οι τρικυμίες, τα κύματα,

υποψήφιος είμαι φαίνεται και για τα δυο,

για του σύμπαντος τον θρόνο

και για τις χειροπέδες. ''

VLADIMIR MAIAKOVSKI

..

Τρίτη, Οκτωβρίου 26

" Παράξενα φέγγει στη μνήμη μου η αρχή.


Είναι το φέγγρισμα

πίσω απ' το βράδυ, όταν το φως υποχωρεί απ' τις γωνιές,

όπως τα δίχτυα που απλώνουν στα τηλέφωνα κι ακούς

ένα ασυνάρτητο κενό μέσα στις ανοιχτές γραμμές,

μιαν έκσταση από άτεχνες φωνές μες απ' τα σύρματα,

το βράδυ στο σταθμό που συντροφεύει η θάλασσα,

δυο τρία βράχια κι ο κόρφος ανοιχτός δίχως ορίζοντα
κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα κάστρα.

Δεν θα ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό

το πάθος που ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού

και από σάρκα γίνεται πνευματική αγωνία,

η αγωνία που φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της νύχτας

η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο,

η μοναξιά

μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου.

Όλα τελειώνουν στο τελευταίο σύνορο

χαμηλώνουν τα φώτα στο θάλαμο και σβήνουν

οι σιγανές πατημασιές.

Προσευχηθείτε

για τις σκοπιές που αγρυπνούν."


Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου- Σταθμός Λιτοχώρου

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954)

Δευτέρα, Οκτωβρίου 18

Διονύσης Καρατζάς, Κόκκινη νύχτα


Χορεύεις και σκίζετ' η νύχτα

Μισό φεγγάρι στο λαιμό σου τινάζει τα όνειρα

και το άλλο μισό βυθίζει φως στο σκοτεινό κορμί μου.

Κι όταν τη μέση σου τσακίζεις σαν τόξο τ' ουρανού

αρχίζουν θάλασσες κι η σιωπή.

Κι όπως τα χέρια σου σηκώνουν τους ανέμους

ακίνητον με περιφέρεις στη φωτιά σου,

το θαύμα τούτων των χρωμάτων

που λάμπουνε στο χάσμα που άνοιξες στο μαύρο.



Από τη συλλογή Στα νερά βαθαίνει ο ουρανός (2001)

Κυριακή, Οκτωβρίου 17

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΤΑΙΧΜΙΑΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ


Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.

Τα μάγουλά της βαμμένα

και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.

Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι

που ο μαραγκός δεν ήξερε από που να αρχίσει.

Κάθισα ξύπνιος ύστερα -και την κοίταζα.

Το πρόσωπο της μισό

είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.

Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννηση τους την ερημιά του μάστορα.

Γώργος Μαρκόπουλος

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 30

ΑΦΡΟΣ
Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους

Φωτοβολίδες των κραυγών της οικουμένης

Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων

Που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ’ επαύλεις

Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους

Άλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι’ άλλες φορώντας

Φορέματα με φραμπαλάδες και μποτίνια

Που στίλβουν την ημέρα και την νύχτα

Όπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε

Μέσ’ στον αφρό της θάλασας.


 Ανδρέας Εμπειρίκος, «Ενδοχώρα»,

Στης  Πενθεσίλειας το σπαθί.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 27

ΒΑΒΥΛΩΝ Η ΜΕΓΑΛΗ


Σάλπιγγες από ανάερο Σικελιανό

        φλάουτο από ανύπαντρο Καρυωτάκη.

/Στο φινάλε τι συνοδεύει τέτοιαν ώρα

       τις νυχτιάτικες κιθάρες…/.

Να το θέρος – ο έναστρος Ήφαιστος – ανοίγοντας

      ακρεούργητα ζητήματα μωρίας-:

             οι άθλιοι ευημεριστές

νοικιάζουν έναν ήλιο κρετίνο στα νησάκια τους

      μια θάλασσα φορεμένη

             στα σχέδια του χειμώνα.

Ξεδιαλέγοντας άναυδο τα βράδυα σχηματίζω τις φράσεις

        ποτίζοντας άνηθο ανασταίνω τα ήθη.

Δεν ξέρεις από έλευση ζωής

         κάπηλε χτηματία του χρόνου

                  δεν-ξέρεις-αριθμοσύνη.

Θ’ αποτελέσει θρίαμβο στα πιανίσιμα του μέλλοντος

           που κάπνιζα τις συλλαβές σκοτώνοντας

                    ζωύφια-δευτερόλεπτα.

Δε βαριέσαι; Τι Επίκτητος να σεργιανάς

          τι σωστά ντυμένος Αλ Καπόνε

με τη φαρδειά κορδέλα σου στο καπέλο σου

       με ρόδινες χοντρές γραβάτες…

Το γεγονός είναι ένα -: θα πεθάνεις.

         Χάσμα ο Σούμπερτ ανεξιχνίαστο.

ΦΑΡΕΤΡΙΟΝ (1981), Νίκος Καρούζος

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 24

ARROGANT GIRL

η Μαγδαληνή
ποιήτρια σπλάτερ ερώτων
κομίζει μύρα
προ του ενταφιασμού μου

arrogant girl
arrogant girl
χημικά φιλιά
υπερόπτες μηροί
τα μπεκερέλ του γυμνού

"Κρεολή Σελήνη", Β. Πολύζος, Απόπειρα, 2010

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 15

ΣΑΡΟΝ 1
"η Σαρον στέκεται μπροστά στο τέμπλο
δύο χαλκάδες
νωπό ζελέ
λυσίκομη
περιστερένια
μαντολινάτη
κι οι άγιοι χρεμεντίζουν
φτύνοντας τα χαλινάρια τους
το φως γλιστράει ανάμεσα
στις πευκοβελόνες τους
σαν χέλι"

"Κρεολή Σελήνη", Β. Πολύζος, Απόπειρα, 2010

ΣΑΡΟΝ 2
η Σάρον στέκεται μπροστά στο τέμπλο
λυχνία και στάμνος
χοάνη
κατακόμβη
κι οι άγγελοι
κατηφορίζουν μέσα της
ιματισμένοι και σωφρονούντες

στο δρόμο με τους πήλινους ανδριάντες
την εξαγόρασε ο καλός ποιμήν
αντί τιμής
δύο σηστερτίων

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 12

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΕΠΕΙΓΟΝ


Βάρκα ελήφθη

κουπί και θάλασσα όχι.

Αμέλησες ή τα έκλεψε η ίδια

η μεταφορική τους σημασία;

ΔΗΜΟΥΛΑ, ΕΥΡΕΤΡΑ

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 3

"..............................................
Καὶ μὴ γελᾶς καὶ μὴν κλαῖς καὶ μὴ χαίρεσαι


Μὴ σφίγγεις ἄδικα τὰ παπούτσια σου σὰ νὰ φυτεύεις πλατάνια

Μὴ γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
ΠΡΕΣΠΕΣ  21/8/10

Γιατί δὲν εἶναι ὁ σταυραητὸς ἕνα κλεισμένο συρτάρι

Δὲν εἶναι δάκρυ κορομηλιᾶς οὔτε χαμόγελο νούφαρου

Οὔτε φανέλα περιστεριοῦ καὶ μαντολίνο Σουλτάνου

Οὔτε μεταξωτὴ φορεσιὰ γιὰ τὸ κεφάλι τῆς φάλαινας.

Εἶναι πριόνι θαλασσινὸ ποὺ πετσοκόβει τοὺς γλάρους

Εἶναι προσκέφαλο μαραγκοῦ εἶναι ρολόι ζητιάνου

Εἶναι φωτιὰ σ᾿ ἕνα γύφτικο ποὺ κοροϊδεύει τὶς παπαδιὲς καὶ νανουρίζει τὰ κρίνα

Εἶναι τῶν Τούρκων συμπεθεριὸ τῶν Αὐστραλῶν πανηγύρι

Εἶναι λημέρι τῶν Οὔγγρων

Ποὺ τὸ χινόπωρο οἱ φουντουκιὲς πᾶνε κρυφὰ κι ἀνταμώνουνται

Βλέπουν τοὺς φρόνιμους πελαργοὺς νὰ βάφουν μαῦρα τ᾿ αὐγά τους

Καὶ τόνε κλαῖνε κι αὐτὲς

Καῖνε τὰ νυχτικά τους καὶ φοροῦν τὸ μισοφόρι τῆς πάπιας

Στρώνουν ἀστέρια καταγῆς γιὰ νὰ πατήσουν οἱ βασιλιάδες

Μὲ τ᾿ ἀσημένια τους χαϊμαλιὰ μὲ τὴν κορώνα καὶ τὴν πορφύρα

Σκορπᾶνε δεντρολίβανο στὶς βραγιὲς

Γιὰ νὰ περάσουν οἱ ποντικοὶ νὰ πᾶνε σ᾿ ἄλλο κελλάρι

Νὰ μποῦνε σ᾿ ἄλλες ἐκκλησιὲς νὰ φᾶν τὶς Ἅγιες Τράπεζες

Κι οἱ κουκουβάγιες παιδιά μου

Οἱ κουκουβάγιες οὐρλιάζουνε

Κι οἱ πεθαμένες καλογριὲς σηκώνουνται νὰ χορέψουν

Μὲ ντέφια τούμπανα καὶ βιολιὰ μὲ πίπιζες καὶ λαγοῦτα

Μὲ φλάμπουρα καὶ μὲ θυμιατὰ μὲ βότανα καὶ μαγνάδια

Μὲ τῆς ἀρκούδας τὸ βρακὶ στὴν παγωμένη κοιλάδα

Τρῶνε τὰ μανιτάρια τῶν κουναβιῶν

Παίζουν κορῶνα-γράμματα τὸ δαχτυλίδι τ᾿ Ἅη-Γιαννιοῦ καὶ τὰ φλουριὰ τοῦ Ἀράπη

Περιγελᾶνε τὶς μάγισσες

Κόβουν τὰ γένια ἑνὸς παπᾶ μὲ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ γιαταγάνι

Λούζονται μὲς στὴν ἄχνη τοῦ λιβανιοῦ

Κι ὕστερα ψέλνοντας ἀργὰ μπαίνουν ξανὰ στὴ γῆ καὶ σωπαίνουν

Ὅπως σωπαίνουν τὰ κύματα ὅπως ὁ κοῦκος τὴ χαραυγὴ ὅπως ὁ λύχνος τὸ βράδυ.
..................."

Ν. ΓΚΑΤΣΟΣ , ΑΜΟΡΓΌΣ

Δευτέρα, Αυγούστου 30

C V
(1948-1960)

EΛBIEΛA, MEZ, DDT, INBI, ΩPΛ, OEΔB,

OΦH, AEK, OΣΦΠ, EPE, EΔA,

TTT, EEΣ, EIP, TAE, ΣΠAΠ, EHΣ, KTEΛ

(1961-1980)

ΔEΘ, XANΔ, ΠIKΠA, AXEΠA, WC, AΠΔ, IKY,

BBC, MGM, REM, UFO, 2CV, 4L, VW, MG, ΔX,

EΣO, ΣEAΠ, ΛOK, ΓEΣ, AM, AΣΔEN, KEBOΠ, APBXΠ, KΨM, BLR, ΓEEΘA, YENEΔ, TNT

OTE, ΔEH, OΣE, OA, EOT, EYΔAΠ, EPT,

TELEX, LP, HI-FI, B&O, CB, FM,

KOBA, KKE, KNE, EKKE, EAP, ΠAΣOK, ΔHKKI, ΔIANA, NΔ,

EΣA, KYΠ, EOKA,

HΠA (TWA, ITT, FBI, CIA, LA, JFK), DDR, EΣΣΔ (KGB, GPU),

WMF, AEG, NEFF, IBM,

ΠAOK, UEFA, ΠPOΠO, OΠAΠ,

ΦEK, ΠΔ, ΓEΣEE, AΔEΔY, TΣ, ΠΦ, OAEΔ
(1981-2008)

NΠIΔ, IKA, OE, EΠE, AΦM, AMA, ΔOY, ΦAEE, ΦΠA, ΛAΦKA, EKAΣ, AΣEΠ, ΣΔOE,

EΔE, AEΠ, OOΣA, KEΠ, OAKA,

IX, BMW, ABS, KOK, EΛΠA, KTEO,

TLS, KOA, EΛΣ, VIP, EKEBI, OΣΔEΛ,

FIR, FYROM, EOK, EE, OΠEK, KΠΣ,

ΓOK, YΠEXΩΔE, MDF, PVC, TEE,

EΛTA, EMY, ΔEKO, MHKYO,

ΣYPIZA, EΛAΣ, 17N, MAT, ΓAΔA,

EΣY, TEBE, EKAB, KAT, ΓNA, KAΠH, OAEE

HIV, HDL, LDL, LDH, RBC, TKE, PSA, γ-GT,

TV, VHS, FAX, SIM, PIN, PUK, SMS, MMS, 3G

EKAM, ATM, BTU, DHL, WWF, MME, AGB, EBU,

RPG, CD, DVD, DCC, DVD-ROM,

PC, UPS, RAM, MB, GB, HP, XP, USB, ADSL, MP3, i-POD, GPS,

DTP, RGB, CMYK, JPG, WWW, CERN

SOS
ΔHMHTPHΣ KAΛOKYPHΣ

Τετάρτη, Ιουλίου 28

Διαβάζει ένα βιβλίο προσηλωμένη ψυχή τε και σώματι. Και τι σώματι! Flocafe Aμαρουσίου εννέα και μισή το πρωί. Κάθε τόσο κάνει μια χειρονομία με τακτικότητα εκκρεμούς. Να ʼναι κάποιο μυγάκι που την ενοχλεί, ένας ανεπαίσθητος χαιρετισμός προς τον απέναντι νεαρό ή ένα άπαγε προς εμένα αφού,δεν μπορεί, θα ʼχει πιάσει το βλέμμα μου πάνω της ερωτηματικό, αυμαστικό, αποσιωπητικό.


Πάνω στην ώρα χτυπάει το κινητό της. Το σηκώνει και μιλάει ρώσικα, χειρονομώντας, σαν να τα γράφει στον αέρα. Ακούω, βλέπω, σωπαίνω κι ας μην καταλαβαίνω, μαγεμένος από την ενσαρκωμένη προσωδία της ομορφιάς της. Εύχομαι ποτέ να μην τελειώσει, μα κάποτε τελειώνει.

Ξαφνικά σηκώνει το ανοιχτό βιβλίο με το ένα χέρι στο ύψος του στήθους της και το κλείνει απότομα σαν μυγοπαγίδα. Το ανοίγει μετά προσεκτικά, φυσάει τη σελίδα και με κοιτάζει κατάματα. Χαμογελάω χαζά.

– Πούσκιν; τη ρωτάω.

– Πούσκιν, μου απαντάει.

– Ρωσίδα; της κάνω.

– Ουκρανή, διορθώνει.

Πουτάνα, σκέφτομαι.

– Όχι・ ποιήτρια, μου λέει.

Και ξανακάνει την ίδια χειρονομία-μυγάκι, που τώρα μεταφράζω άπαγε αμέσως, σίγουρος πλέον ότι τόση ώρα διάβαζε τις σκέψεις μου.
 
γυναικων, Μιχάλης Γκανάς

Τετάρτη, Ιουλίου 21

Αναγνωστάκης Μανώλης - Επιτύμβιον




Πέθανες κι έγινες κι εσύ: ο καλός.

Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Τριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,

εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που πρόσφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το 'ξερα τι κάθαρμα ήσουν,

τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα.

Κοιμού εν ειρήνη δε θα 'ρθω την ησυχία σου να ταράξω.

(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω

πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).

Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,

ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης