Τρίτη, Νοεμβρίου 4

"με κλειστά μάτια
ολόγυμνη
στο κόκκινο χαλί
περιμένει
να βγάλει εκείνος τα παπούτσια του
τις κάλτσες του
να της ζυμώσει τα στήθη δυνατά
δυνατά με τα πλατιά του πόδια "
Γ. Ρίτσος

Κυριακή, Νοεμβρίου 2

ΚΑΡΜΕΝ :Ο Αντόνιο «ξαναδιαβάζει» με απρόβλεπτα γοητευτικό τρόπο τον μύθο της Κάρμεν, υπογράφοντας μια σύγχρονη εκδοχή που έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο από τον Κάρλος Σάουρα.Παράσταση μέσα στην παράσταση
Ενας χορευτικός ύμνος στην ελεύθερη, αφώλιαστη γυναίκα



Στο σχολείο, με κομμένη την ανάσα
Ήταν, πράγματι, εντυπωσιακό. Για δύο ολόκληρες ώρες δεν άκουγες ούτε έναν ξερόβηχα, ούτε ένα κιχ. Κι όμως δεν υπήρχε δράση. Ούτε υπόθεση. Ούτε κάποια συγκινητική σκηνή, ούτε κάποιο πέρασμα ικανό να σου κόψει την ανάσα. Ούτε κάποιος καταιγιστικός ρυθμός. Τίποτα από όλα όσα μάθαμε πως κρατάνε το ενδιαφέρον του θεατή.
Στην οθόνη ηγεμόνευε η απόλυτη αλήθεια. Η μυθοπλασία που δείχνεται πιο αληθινή από την ντοκουμενταρίστικη πραγματικότητα. Η σκηνοθεσία που μοιάζει να αναιρεί τον εαυτό της. Η ηθοποιία που δεν ξέρει από σχολές και τέτοια. Η κάμερα που μένει σχεδόν ακίνητη πάνω σε πρόσωπα. Κι ένας συνεχής διάλογος, μια συνεχής ροή προφορικού λόγου που σε άλλες περιπτώσεις θα χαρακτήριζε κανείς εντελώς αντικινηματογραφική.
Το «Ανάμεσα στους τοίχους», αναφέρεται στη ζωή μιας τάξης σε ένα σχολείο κάποιας περιοχής της Γαλλίας. Αναφέρεται, χωρίς να ωραιοποιεί τίποτα, στη σχέση καθηγητή και μαθητών, στην αυτοθυσία αλλά και στην κούραση του καθηγητή, στη δυσπιστία και την επιθετικότητα και τη σύγχυση των μαθητών, στο αδιέξοδο κάποιων δημοκρατικών θεσμών (από τα σημαντικότερα θέματα της ταινίας -θα πήγαινα τους ηγέτες των αριστερών κομμάτων, αλλά και τους κατά καιρούς «ηγέτες» του φοιτητικού κινήματος με το ζόρι να δουν την ταινία μόνο και μόνο γιʼ αυτό το θέμα), στην έλλειψη οποιασδήποτε ζεστασιάς στις διαπροσωπικές σχέσεις, στην κυριαρχία του «πολιτικώς ορθού» ακόμα κι εκεί όπου υποτίθεται ηγεμονεύει η ιδέα της εξέγερσης, στη δυσκολία συγκατοίκησης των διαφορετικών φυλών, στον αυτισμό της οικογένειας ως κοινωνικού πυρήνα και τέλος στα αδιέξοδα μιας ολόκληρης κοινωνίας, αφού στις αίθουσες του σχολείου και στη στενή μπετονένια αυλή ετοιμάζεται να βγει από το αυγό η κοινωνία του αύριο.
Από την "Αυγή ", ο συντάκτης του σχολίου μάλλον καθόταν δίπλα μου


Πέμπτη, Οκτωβρίου 30

Να πείς εγώ
να πεις εσύ
ή αυτός
το ίδιο
μικρά κάδρα στον τοίχο
ένα θαμπό ποτήρι
ένα μαχαίρι
κι ο ήχος
απ΄ τ΄ άλλο δωμάτιο
(έκαναν έρωτα?)
δεν έβρισκες μιά πέτρα
να σπάσεις καρύδια.
Γ. Ρίτσος, ΑΞΑΦΝΑ, 34

Κυριακή, Οκτωβρίου 26


"Στο πυρπολημένο δασος

τα λιοντάρια παραμένουν

πάντα δροσερά"

ΑΝΕΣΠΕΡΟΣ



Πέμπτη, Οκτωβρίου 23

" Είχε φεγγάρι
η υπνοβάτις αέρινη
άφησε στη στέγη
τη νυχτικιά της
πέρασε απ τον καπνοδόχο
πήρε τ άδειο ποτήρι
γονάτισε μπροστά στον άντρα
του τό δωσε¨.
Γ. Ρίτσος , ΚΑΠΟΤΕ

Τετάρτη, Οκτωβρίου 22

"Τι να σου κάνει η θλίψη?
το σκυμμένο κεφάλι?
αν δε χτυπήσεις τη γροθιά
δεν ανοίγει η πόρτα
δεν ανοίγει ο αγέρας
δε σηκώνεται το άγαλμα."
Γ. Ρίτσος, ΕΙΣΠΝΟΕΣ
"Ω πόλη
όλες οι πόρτες σου πεσμένες
από που
να βγούμε?"

Παρασκευή, Οκτωβρίου 17







Σύννεφο με παντελόνια
Τη σκέψη σας
που νείρεται πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.


Φαρμακερός
κι αγροίκος
πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.


Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω,
τραβάω εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.


Εσείς οι αβροί!...
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω, εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι, εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.
Θέλετε θα 'μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος -κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα 'μαι η άχραντη ευγένεια -
όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια
Βλαδίμηρος Μαγιακοφσκι
Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος

Κυριακή, Οκτωβρίου 12

Πάλι ο Χριστός θα πλύνει τα πόδια των δώδεκα, και πάλι ο Πέτρος θα του πει «Κύριε, όχι μόνο τα πόδια μου αλλά και όλο μου το σώμα». Δώδεκα αγάπες είχα κι εγώ στη ζωή μου, μα κανενός δεν αξιώθηκα να πλύνω τα πόδια.
Κανένας Πέτρος δε βρέθηκε για μένα.
Ακούω το ευαγγέλιο του μυστικού Σου δείπνου, και ξαφνικά φωτίζομαι: χίλιες φορές καλύτερα που δεν αξιώθηκα.
Σκηνές υπέρτατης θυσίας και ταπείνωσης, ας μην τις μαγαρίζει η καύλα μου με απομιμήσεις.
Από τη συλλογή Νεκρή ΠιάτσαNτίνος Χριστιανόπουλος.
Το ποίημα και τον πίνακα μας τον έστειλε φίλη του ιστολογίου από το βορρά

Δευτέρα, Οκτωβρίου 6


Ζητώ συγγνώμη που δεν απαντώ
Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι
Που δεν αντιστοιχώ
Σ αυτόν που σε μένα αγαπάτε
Ο καθένας μας είναι πολλοί
Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι.
Άλλοι με βλέπουν αλλιώς
Καί πάλι λάθος κάνουν
Μη με παίρνετε γι άλλον
Κι αφήστε με ήσυχο.
Αν εγώ δε θέλω
Να βρώ τον εαυτό μου
Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν"¨
FERNANDOPESSOA

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 28


«Ει μοναχοί, τι τοσοίδε; Τοσοίδε δε, πώς πάλι μόνοι; / Ω πληθύς μοναχών ψευσαμένη μονάδα»).


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 24

Βγαίνω στο δρόμο και σκουπίζω τα αίματά σου
Κι όσα σου είπα δεν μπορώ να τα πιστέψω
"Να μην ξεχάσεις να πιαστείς απ' τα όνειρά σου"
"Να μην φοβάσαι η ζωή είναι μπροστά σου"
Πόσες βλακείες είπα για να ξεμπερδέψω
Δεν ξέρω ποιόν παλεύω να νικήσω
(στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου, μουσική:Μίλτος Πασχαλίδης)

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 23


Στο φάσμα του ορατού


"Μη με διαβάζετε
..όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο
αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τούς κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Οταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρείς η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα τού Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Οταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Οταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετ όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα.
Ωρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος."
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 15

...
Η πονεμένη γδύθηκε στο σκοτάδι

αναρριχήθη στ’ άθλιο σπίτι και
σταμάτησε τη μάταιη μουσική
γέλασε στον καθρέφτη σήκωσε τα χέρια
έβαψε το πρόσωπό της με το χρώμα
μιας προσμονής είδε τον ήλιο
μέσα στο ρολόγι της τότε θυμήθηκε:
- Δες το ποίημα αλήθεψε
και το νόθο αγόρι και το χρώμα
χαρίζουν τη χαρά
και τον τόπο αυτό πώς να φωτογραφήσουν
είναι ο τόπος της υποκρισίας
είναι η χώρα που παραμονεύουν
παιδιά που χάσαν την αγνότητά τους
κι απλώνουνε τα χέρια στ’ ανοιχτά παράθυρα
να πέσουν τ’ άρρωστα φιλιά
να πέσουν κλαίγοντας απ’ τα παράθυρα
τα νέα λιγόζωα ορφανά
σφίγγοντας μεσ’ στο πληγωμένο χέρι τους
μια τούφα άσπρα μαλλιά

Απ’ το πανάρχαιο τ’ όνειρο
Μ. Σαχτούρη , Τ όνειρο

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11




"Του Τηλεμάχου την στοργήν,
την πίστιν της Πηνελόπης,
του πατρός το γήρας,
τους παλαιούς του φίλους,
του λαού του αφοσιωμένου την αγάπην,
και την ειρήνην και ανάπαυσιν του οίκου εβαρύνθη.
Κ’ έφυγεν.
Ότε δε της Ιθάκης αι ακταί ελιποθύμουν βαθμηδόν εμπρός του
κι έπλεε προς δυσμάς πλησίστιος,
προς Ίβηρας,
προς Ηρακλείους στήλας,
—μακράν παντός Aχαϊκού πελάγους,
—ησθάνθη ότι έζη πάλιν,
ότι απέβαλλε τα επαχθή δεσμά γνωστών πραγμάτων και οικιακών.
Και η τυχοδιώκτις του καρδιά ηυφραίνετο ψυχρώς, κενή αγάπης."

Παρασκευή, Αυγούστου 1


Αυτοσυγκέντρωση πριν την ¨ποιμενική"



Η φίλη του ιστολογίου μετά την δημόσια διαβούλευση και τα τριάντα σχόλια που δέχτηκε

πριν την διαβούλευση
Владимир Владимирович МАЯКОВСКИЙИ

з улицы в улицуУ-лица.ЛицаУдоговгодоврез-че.Черезжелезных конейс окон бегущих домовпрыгнули первые кубы.Лебеди шей колокольныхгнитесь в силках проводов!В небе жирафий рисунок готоввыпестрить ржавые чубы.Пестер, как форель,сынбезузорной пашни.Фокусникрельсытянет из пасти трамвая,скрыт циферблатами башни.Мы завоеваны!Ванны.Души.Лифт.Лиф души расстегнули!Тело жгут руки.Кричи не кричи:"я не хотела!" -резокжгутмуки.Ветер колючийтрубевырываетдымчатой шерсти клок.Лысый фонарьсладострастно снимаетс улицычерный чулок..
Из улицы в улицуУ-лица.ЛицаУдоговгодоврез-че.Черезжелезных конейс окон бегущих домовпрыгнули первые кубы.Лебеди шей колокольныхгнитесь в силках проводов!В небе жирафий рисунок готоввыпестрить ржавые чубы.Пестер, как форель,сынбезузорной пашни.Фокусникрельсытянет из пасти трамвая,скрыт циферблатами башни.Мы завоеваны!Ванны.Души.Лифт.Лиф души расстегнули!Тело жгут руки.Кричи не кричи:"я не хотела!" -резокжгутмуки.Ветер колючийтрубевырываетдымчатой шерсти клок.Лысый фонарьсладострастно снимаетс улицычерный чулок.1913