Τρίτη, Μαρτίου 3


ΔΊΠΛΑ ΣΤΟ ΚΑΡΝΑΒΆΛΙ μιά αποθήκη ψυχών

Πατρινό και λοιπά Καρναβάλια



Να μην ξεχάσω: σήμερα είναι η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς. Να μην ξεχάσω το μίσος μου για την υποχρεωτική χαρά, το μίσος που μου έχει μείνει κατάλοιπο από την υποχρεωτική για χρόνια (ευτυχώς περάσανε) κάθοδο στην Πάτρα, προκειμένου να γλεντήσουμε γελοιωδώς με το Πατρινό Καρναβάλι. Αυτή την τερατώδη μπαλαφάρα. Εσύ να βαριέσαι και να σε σέρνουν. Εσύ να μισείς τον κάθε μινάρα που σηκώνοντας άγαρμπα (δήθεν) τα κανιά του, θεωρεί ότι κλοουνίζεται ως αστεϊζόμενος γλεντοκόπος και να σε σέρνουν για να τους φας στη μούρη. Εσύ να δαιμονίζεσαι, με τα νήπια που τα κανιβαλίζουν μέσα στο κρύο με κάτι τσίτια για στολές και να τα σέρνουν οι μικροαστοί γονείς για να επιδείξουν την πάνδημη χαρά που περνάει από γενιά σε γενιά (καταγεγραμμένη στο DNA των Πατρινών, όπως και η νίκη στο DNA του Έλληνα, μεταμφιεσμένη κι αυτή από την χαπακωμένη που το είπε) και να σε υποχρεώνουν να χαμογελάς (γιατί αν δεν χαμογελάς είσαι εξοβελιστέος, not to grin is a sin, όπως λένε και οι Αμερικανοί) και να κάθεσαι ήσυχος στ' αυγά σου στα πρόθυρα κατάθλιψης. Ακόμη βουίζει το κεφάλι μου από τις ιαχές εκείνου του καιρού. Πάτρα και Καρναβάλι. Ιαχές του πλήθους άνευ όχι αποχρόντος λόγου, αλλά γενικώς... άνευ. Ιαχές της μουσικής που πιο γελοία δεν έγινε ποτέ. Ιαχές ποταμών γέλωτος άνευ αξίας. Ιαχές γελοίων άνευ ουδεμίας αιτίας, κυρίως ουδεμίας αιτίας για γέλιο και για γελοιότητα. Ιαχές εμπόρων αυτές ναι. Ιαχές εναντίον της ιαχής. Ιαχές υπέρ της ιαχής. Και χοροί. Απίστευτα πολλοί χοροί. Και πάρτι. Όπου αν δεν πας μεταμφιεσμένος, στην καλύτερη περίπτωση είσαι το UFO της βραδιάς. Στη χειρότερη; Δεν το συζητώ. Και γύρω να χοροπηδάει ο συρφετός των φίλων που υποχρεωτικά τους φιλοξενείς αφού ήρθαν "για να δουν το καρναβάλι". Μια φρίκη. Κι από πάνω (τότε) η φωνή του Άλκη Στέα να σελαγίζει τα πλήθη κι αργότερα να πράττει το ίδιο αλλά με κουλτούρα πατινάζ στον ήχο της φωνής... η φωνή του γλυκύτατου κατά τα άλλα Αλέξη Κωστάλα. (Αργότερα δραπέτευσα, δεν ξέρω τι συμβαίνει πια και εύχομαι ποτέ να μην χρειαστεί να μάθω). Κι εκείνο το ντουπ - ντουπ - ντουπ όπου σταθείς κι όπου βρεθείς. Αυτό το θλιβερό εκτόπλασμα των νεοελληνικών ηθών (που δεν έχουν κανένα ήθος), το επονομαζόμενο Καρναβάλι της Πάτρας ως επιτομή της επιβολής του ολοένα και πιο αχειραγώγητου εμπορίου πάνω σε πραγματικές ανάγκες τις οποίες τιθασεύει, πειθαναγκάζει και μαζοποιεί.

Τι να τους κάνεις τους χορευτές χωρίς έκσταση που σταματούν και ξεκινούν ανάλογα με το παράγγελμα. Τι να τους κάνεις τους μεταμφιεσμένους που απλώς αλλάζουν τη μεταμφίεση της καθημερινότητάς τους; Τι να τους κάνεις τους μεθυσμένους που απλώς κατάπιαν το πιοτό τους χωρίς να πούνε μια κουβέντα με τον διπλανό τους; Τι να τους κάνεις τους γλεντοκόπους που δεν κουράζονται από καμία μέσα τους κούραση; Και εντέλει τι να την κάνεις αυτή την γελοιωδία που ούτε καν ξορκίζει την πραγματικότητα, αλλά είναι η ίδια η πραγματικότητα. Όχι μεταμφιεσμένη. Όχι γλεντοκώλα (όπως θα έλεγε και ο Καρούζος στη "Νεολιθική νυχτωδία στην Κρουστάνδη"). Αλλά είναι μια πραγματικότητα που παριστάνει χαρούμενα τη μεταμφιεσμένη? κάτι σαν τον γυμνό βασιλιά. Μόνο που εδώ εκπαιδεύουν και τα παιδιά να σιωπήσουν. Φέτος είναι ντυμένα σφυρίχτρες και αύριο (του χρόνου) θα είναι ντυμένα κώλοι. Χωρίς μεταμφίεση. Χωρίς κανένα κατάλοιπο γλεντιού, ύστερα από τόσα και τόσα καρναβάλια. Α, ναι: Ύστερα και από τόσα και τόσα σοκολατένια αυγά που πετάνε ο ένας στον άλλο. Έθιμο (περίεργο το πώς αναμιγνύονται τα έθιμα που είναι, προϊόν υπαίθρου με τα ήθη που είναι προϊόν άστεως) των παλαιών Πατρινών. Όπου παλαιοί Πατρινοί είναι κάτι γουρούνηδες που περάσανε καλά σε εποχές όπου ο κόσμος πέθαινε σαν τις μύγες από τη φυματίωση, αλλά τώρα το Καρναβάλι εκδημοκρατίσθηκε: Έγινε πάνδημη η γουρουνιά. Δηλαδή η απουσία της προσωπικής χρέωσης μέσα στο καθ' όλον της μνήμης. Και συνακολούθως της υποχρέωσης. Της υποχρέωσης να είμαστε σοβαροί. Πράγμα που δεν σημαίνει περιορισμό της χαράς, αλλά σημαίνει την απέραντη πειρατική εκτίναξη της χαράς (με όλες τις συνέπειες) σε όλες τις αρνήσεις ώστε να τις αρπάξει από τα χέρια του ιερού θεού και να τις κάνει βέβηλη θεότητα. Δηλαδή, άγρια χαρά της έκπληξης που την κατέκτησες με την ακατάληπτη μέθοδο της υπερούσιας μέθης. Τέτοια δεν υπάρχει στο Πατρινό Καρναβάλι. Μονάχα οι εταιρείες υπάρχουν. Και οι συλλογικοί μύθοι στην εκτρωματική τους διάσταση.

Πίσω από το τελευταίο άρμα, σήμερα το βράδυ θ' ακολουθήσουνε τα απορριμματοφόρα του δήμου. Και θα μαζέψουν (άκου τον θόρυβο της σκουπιδιάρας) όλα τα υπολείμματα της γιορτής που δεν έγινε. Γιατί αν πράγματι είχε γίνει αύριο το πρωί η Πάτρα δεν θα φορούσε ρούχα της εγκατάλειψης. Αύριο το πρωί η Πάτρα θα είναι η πιο πεθαμένη πόλη της Ελλάδας. Σαν να μην έγινε τίποτα σήμερα. Σαν να έζησε μια ανάσταση σε διατεταγμένη υπηρεσία. Παράδειγμα προς μίμηση. Παράδειγμα θανάτου μιας καθαρότατης ευδίας που την είπανε Καθαρά Δευτέρα.

Κώστας ΚΑΝΑΒΟΥΡΗΣ /AYGH 1-3-2009

8 σχόλια:

nyxterino είπε...

"Τότε με κυρεύει μια απελπισμένη θλίψη, σαν τη θλίψη της παιδικής ηλικίας που θυμόμαστε πολύ αμυδρά: η βαθιά θλίψη, που δεν την απαλύνει η αίσθηση της πραγματικότητας και τα εξωτερικά γεγονότα, όπως αυτά που κάνουν τα παιδιά να κλαίνε."

Πρίμο Λέβι

Ίρις Μαρία Νεφέλη είπε...

Βιβλία, βιβλία, βιβλία. Και περιοδικά κι εφημερίδες. Όγκοι τυπωμένο χαρτί, το σπίτι ασφυχτικά γεμάτο, ολάκερα βουνά γύρω γύρω, βιβλία ασάλευτα κι αμετακίνητα, βυθισμένα στη σκόνη, φθαρμένα από το χρόνο, (που κατάφαγε και σένα), ακατανόητα τώρα και μάταια κι άχρηστα. Τι πάθος κάποτε για όλα αυτά, για το παραμικρότερο απʼ αυτά! Βέβαια εσύ και σήμερα διαβάζεις, επιμένεις, βασανίζεσαι. Όμως καμιά δυνατή χαρά, καμιά ερεθιστική έκπληξη. Κανείς δε βγάζει με το μαχαίρι του φλούδες από το κορμί σου, όπως γινότανε παλιά, όταν ανακάλυπτες και τούτο και κείνο και το άλλο και ξενύχταγες και μεθυσμένος, μεταρσιωμένος και πήγαινες ως τα χαράματα.
Τώρα έχασες το ενδιαφέρον σου ακόμα και για την ποίηση, όπως χάνει κανείς – ας πούμε απʼ τα σαράντα κι ύστερα – σιγά σιγά τα μαλλιά του, τα δόντια του ή τη μνήμη του. Αυτά (σε σένα φυσικά) πάνε. Δεν απομένει παρά να χάσεις τʼ αρχίδια σου, να γυρίσεις ξερός στον τοίχο και να πεθάνεις.

Τάκης Σινόπουλος, Νυχτολόγιο (1978)

ανέσπερος είπε...

"Οι παλιοί επαναστάτες
έστησαν πρόχειρα
τα παντοφλάδικά τους
πίσω απο τον τοίχο
των εκτελέσεων..."

(Γ.Ρίτσος)

Νεφεληγερέτης είπε...

"Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Mέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις γυναίκες μας
Tα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Nύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ' το φως της ημέρας
Mήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
Kλέφτες!
Στα ψέματα παίζαμε!"

(Μ.Αναγνωστάκης)

nikitas είπε...

...και μείς που ζήσαμε απλά, αποκριές αυθόρμητες κι έξυπνες ομολογώ, όχι κλισαρισμένες, απ' άλλο δρόμο φτάνουμε στη σιχασιά του καθοδηγούμενου του θορυβώδικου και δήθεν...
και πέστε μου πόσα καρναβάλια σήμερα γίνονται για τη διασκέδαση και όχι για την κονόμα;

mitos είπε...

"επιτομή της επιβολής του ολοένα και πιο αχειραγώγητου εμπορίου πάνω σε πραγματικές ανάγκες τις οποίες τιθασεύει, πειθαναγκάζει και μαζοποιεί"

ανέσπερος είπε...

"Το σουρουπο ο ηλιος ακουμπαει λιγα ροδα στους καπνοδοχους
η αισθηση πως κατι εχει χαθει για παντα ,η βεβαιοτητα πως δεν θα ξαναβρεθει ποτε
φυλλα του φθινοπωρου κιτρινα τα παιρνει ο ανεμος
ω ,μη με ρωτας που πανε
τα βραδια πλανιεμαι στους δρομους ανακαλυπτοντας ωραιες θλιψεις
γι αυριο
κι η ποιηση ειναι η νοσταλγια μας για κατι ακαθοριστο που ζησαμε
καποτε μες στ ονειρο
ω μη ρωτας που παμε..."

κόκκινη μαλέτα είπε...

"Ξεφύγαμε φέτος απο την καρναβαλίλα", καμαρώσαμε το βράδυ της Κυριακής, περιπλανόμενοι στα χωριά του Πηλίου.
(είμαστε μόλις 22)