Τρίτη, Μαρτίου 3


ΔΊΠΛΑ ΣΤΟ ΚΑΡΝΑΒΆΛΙ μιά αποθήκη ψυχών

Πατρινό και λοιπά Καρναβάλια



Να μην ξεχάσω: σήμερα είναι η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς. Να μην ξεχάσω το μίσος μου για την υποχρεωτική χαρά, το μίσος που μου έχει μείνει κατάλοιπο από την υποχρεωτική για χρόνια (ευτυχώς περάσανε) κάθοδο στην Πάτρα, προκειμένου να γλεντήσουμε γελοιωδώς με το Πατρινό Καρναβάλι. Αυτή την τερατώδη μπαλαφάρα. Εσύ να βαριέσαι και να σε σέρνουν. Εσύ να μισείς τον κάθε μινάρα που σηκώνοντας άγαρμπα (δήθεν) τα κανιά του, θεωρεί ότι κλοουνίζεται ως αστεϊζόμενος γλεντοκόπος και να σε σέρνουν για να τους φας στη μούρη. Εσύ να δαιμονίζεσαι, με τα νήπια που τα κανιβαλίζουν μέσα στο κρύο με κάτι τσίτια για στολές και να τα σέρνουν οι μικροαστοί γονείς για να επιδείξουν την πάνδημη χαρά που περνάει από γενιά σε γενιά (καταγεγραμμένη στο DNA των Πατρινών, όπως και η νίκη στο DNA του Έλληνα, μεταμφιεσμένη κι αυτή από την χαπακωμένη που το είπε) και να σε υποχρεώνουν να χαμογελάς (γιατί αν δεν χαμογελάς είσαι εξοβελιστέος, not to grin is a sin, όπως λένε και οι Αμερικανοί) και να κάθεσαι ήσυχος στ' αυγά σου στα πρόθυρα κατάθλιψης. Ακόμη βουίζει το κεφάλι μου από τις ιαχές εκείνου του καιρού. Πάτρα και Καρναβάλι. Ιαχές του πλήθους άνευ όχι αποχρόντος λόγου, αλλά γενικώς... άνευ. Ιαχές της μουσικής που πιο γελοία δεν έγινε ποτέ. Ιαχές ποταμών γέλωτος άνευ αξίας. Ιαχές γελοίων άνευ ουδεμίας αιτίας, κυρίως ουδεμίας αιτίας για γέλιο και για γελοιότητα. Ιαχές εμπόρων αυτές ναι. Ιαχές εναντίον της ιαχής. Ιαχές υπέρ της ιαχής. Και χοροί. Απίστευτα πολλοί χοροί. Και πάρτι. Όπου αν δεν πας μεταμφιεσμένος, στην καλύτερη περίπτωση είσαι το UFO της βραδιάς. Στη χειρότερη; Δεν το συζητώ. Και γύρω να χοροπηδάει ο συρφετός των φίλων που υποχρεωτικά τους φιλοξενείς αφού ήρθαν "για να δουν το καρναβάλι". Μια φρίκη. Κι από πάνω (τότε) η φωνή του Άλκη Στέα να σελαγίζει τα πλήθη κι αργότερα να πράττει το ίδιο αλλά με κουλτούρα πατινάζ στον ήχο της φωνής... η φωνή του γλυκύτατου κατά τα άλλα Αλέξη Κωστάλα. (Αργότερα δραπέτευσα, δεν ξέρω τι συμβαίνει πια και εύχομαι ποτέ να μην χρειαστεί να μάθω). Κι εκείνο το ντουπ - ντουπ - ντουπ όπου σταθείς κι όπου βρεθείς. Αυτό το θλιβερό εκτόπλασμα των νεοελληνικών ηθών (που δεν έχουν κανένα ήθος), το επονομαζόμενο Καρναβάλι της Πάτρας ως επιτομή της επιβολής του ολοένα και πιο αχειραγώγητου εμπορίου πάνω σε πραγματικές ανάγκες τις οποίες τιθασεύει, πειθαναγκάζει και μαζοποιεί.

Τι να τους κάνεις τους χορευτές χωρίς έκσταση που σταματούν και ξεκινούν ανάλογα με το παράγγελμα. Τι να τους κάνεις τους μεταμφιεσμένους που απλώς αλλάζουν τη μεταμφίεση της καθημερινότητάς τους; Τι να τους κάνεις τους μεθυσμένους που απλώς κατάπιαν το πιοτό τους χωρίς να πούνε μια κουβέντα με τον διπλανό τους; Τι να τους κάνεις τους γλεντοκόπους που δεν κουράζονται από καμία μέσα τους κούραση; Και εντέλει τι να την κάνεις αυτή την γελοιωδία που ούτε καν ξορκίζει την πραγματικότητα, αλλά είναι η ίδια η πραγματικότητα. Όχι μεταμφιεσμένη. Όχι γλεντοκώλα (όπως θα έλεγε και ο Καρούζος στη "Νεολιθική νυχτωδία στην Κρουστάνδη"). Αλλά είναι μια πραγματικότητα που παριστάνει χαρούμενα τη μεταμφιεσμένη? κάτι σαν τον γυμνό βασιλιά. Μόνο που εδώ εκπαιδεύουν και τα παιδιά να σιωπήσουν. Φέτος είναι ντυμένα σφυρίχτρες και αύριο (του χρόνου) θα είναι ντυμένα κώλοι. Χωρίς μεταμφίεση. Χωρίς κανένα κατάλοιπο γλεντιού, ύστερα από τόσα και τόσα καρναβάλια. Α, ναι: Ύστερα και από τόσα και τόσα σοκολατένια αυγά που πετάνε ο ένας στον άλλο. Έθιμο (περίεργο το πώς αναμιγνύονται τα έθιμα που είναι, προϊόν υπαίθρου με τα ήθη που είναι προϊόν άστεως) των παλαιών Πατρινών. Όπου παλαιοί Πατρινοί είναι κάτι γουρούνηδες που περάσανε καλά σε εποχές όπου ο κόσμος πέθαινε σαν τις μύγες από τη φυματίωση, αλλά τώρα το Καρναβάλι εκδημοκρατίσθηκε: Έγινε πάνδημη η γουρουνιά. Δηλαδή η απουσία της προσωπικής χρέωσης μέσα στο καθ' όλον της μνήμης. Και συνακολούθως της υποχρέωσης. Της υποχρέωσης να είμαστε σοβαροί. Πράγμα που δεν σημαίνει περιορισμό της χαράς, αλλά σημαίνει την απέραντη πειρατική εκτίναξη της χαράς (με όλες τις συνέπειες) σε όλες τις αρνήσεις ώστε να τις αρπάξει από τα χέρια του ιερού θεού και να τις κάνει βέβηλη θεότητα. Δηλαδή, άγρια χαρά της έκπληξης που την κατέκτησες με την ακατάληπτη μέθοδο της υπερούσιας μέθης. Τέτοια δεν υπάρχει στο Πατρινό Καρναβάλι. Μονάχα οι εταιρείες υπάρχουν. Και οι συλλογικοί μύθοι στην εκτρωματική τους διάσταση.

Πίσω από το τελευταίο άρμα, σήμερα το βράδυ θ' ακολουθήσουνε τα απορριμματοφόρα του δήμου. Και θα μαζέψουν (άκου τον θόρυβο της σκουπιδιάρας) όλα τα υπολείμματα της γιορτής που δεν έγινε. Γιατί αν πράγματι είχε γίνει αύριο το πρωί η Πάτρα δεν θα φορούσε ρούχα της εγκατάλειψης. Αύριο το πρωί η Πάτρα θα είναι η πιο πεθαμένη πόλη της Ελλάδας. Σαν να μην έγινε τίποτα σήμερα. Σαν να έζησε μια ανάσταση σε διατεταγμένη υπηρεσία. Παράδειγμα προς μίμηση. Παράδειγμα θανάτου μιας καθαρότατης ευδίας που την είπανε Καθαρά Δευτέρα.

Κώστας ΚΑΝΑΒΟΥΡΗΣ /AYGH 1-3-2009

Σάββατο, Φεβρουαρίου 28


Η μουσικοθεατρική παράσταση με τίτλο «Από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές» παρουσιάζεται στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν -Υπόγειο.

Η Κάτια Γέρου ερμηνεύει αποσπάσματα και τραγούδια από θεατρικά έργα, που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το Θέατρο Τέχνης την περίοδο 1946- 1960, μία από τις σημαντικότερες του θεάτρου και του Καρόλου Κουν.

Ηρωίδες αλλά και ήρωες του Ουϊλλιαμς, του Λόρκα, του Ανούιγ και του Μπρεχτ, ζωντανεύουν στην παράσταση αυτή μέσα από τραγούδια και μουσική, που είναι αποκλειστικά του Μάνου Χατζιδάκι, μόνιμου συνεργάτη τότε του Θεάτρου Τέχνης.

Συγκεκριμένα η Κάτια Γέρου ερμηνεύει αποσπάσματα και τραγούδια από τα έργα:
-«Λεωφορείο ο Πόθος» του Τέννεσυ Ουΐλλιαμς (παρουσιάστηκε στο Θ. Τέχνης το 1949)
-«Τριαντάφυλλο στο Στήθος», του Τέννεσυ Ουΐλλιαμς (παρουσιάστηκε στο Θ. Τέχνης το 1957)
-«Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ (παρουσιάστηκε στο Θ. Τέχνης το 1947)
-«Ματωμένος Γάμος» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
(παρουσιάστηκε στο Θ. Τέχνης το 1949)
-«Γυάλινος Κόσμος» του Τέννεσυ Ουΐλλιαμς (παρουσιάστηκε στο Θ. Τέχνης το1946)
-«Ευρυδίκη» του Ζαν Ανούιγ (παρουσιάστηκε στο Θ. Τέχνης το 1959)
- «Το Γλυκό Πουλί της Νιότης» του Τέννεσυ Ουΐλλιαμς (παρουσιάστηκε στο Θ. Τέχνης το 1960)
- «Ο Κύκλος με την Κιμωλία» του Μπέρτολντ Μπρεχτ (παρουσιάστηκε στο Θ. Τέχνης το 1957)

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 23


Δραπέτης
Το παντελόνι του το άφησε στα δόντια των σκυλιών.
Με το σακάκι του σκέπασε ένα άγαλμα.

του Τάσου Λειβαδίτη, Ποίηση, Τόμος 3, ΜΙΚΡΑ ΓΥΜΝΆΣΜΑΤΑ ΛΗΣΜΟΝΙΆΣ

Τρίτη, Φεβρουαρίου 17

"Η σκόνη του χρόνου"

Μιά γκρίζα πάχνη που καλύπτει την πολιτική, την τέχνη , τα συναισθήματα...
Η ουτοπία του τρίτου φτερού, ότι χάσαμε σε άγγιγμα, ότι κερδίσαμε σε όνειρο...

Τρίτη, Φεβρουαρίου 10


ΤΟ ΛΆΘΟΣ

"Να μη χαθούμε μες στην ερημιά του κόσμου έλεγε
χαθήκαμε μες σε κατάμεστο ξενυχτάδικο
άγγελοι μετανάστες σε αθηναϊκό υπόγειο ουρανό.
Το πρωί μου τηλεφώνησε να μάθει αν τη θέλω ακόμα.
Δε σ΄ακούω της είπα πάρε το μηδέν.
Αλλά εκείνη πήρε λάθος... Πήρα λάθος μου είπε
να με συγχωρείτε."

Θωμάς Γκόρπας

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 4


"Το fado είναι για μένα η έκφραση της ζωής. Εκφράζει την ευτυχία, την αγάπη, τη δημιουργία. Εκφράζει τα πάντα!", Joana Amendoeira το βράδυ της Πέμπτης στο Half Note Jazz

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 2




ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ
"Φτάσαμε έως εδώ.Μοναδικό μας ιδεώδες η ξεκούραση
ει δυνατόν σε ξένους τόπους...
Τώρα μονάχοι τον παλιό μας πυρετό τον ανεβάζουμε
με χίλια μύρια βάσανα...
Δεν έχει απομείνει τίποτε για να προπαγανδίσουμε
τίποτε δεν μπορούμε πια να θυμηθούμε- για το καλό μας."

Θ.Γκόρπας

Τετάρτη, Ιανουαρίου 28

Δευτέρα, Ιανουαρίου 26



" Όλα ρόδινα
σαν το Douelles
Bordeaux του ΄82.
Δευτέρα  πρωί
μάλλον μεσημέρι
ίδια ημερομηνία
ίδιο κενό
ίδια πικρή γεύση
ίδια εικόνα θανάτου."

Κυριακή, Ιανουαρίου 18


Γιώργος Κόρδης: εικαστική διαδρομήστην ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη

Τα νηπενθή του Δημήτρη Μαραμή στο μπαράκι του Βασίλη
Ο ανεπιτήδευτος χώρος, οι όμορφες φατσούλες, «η νύχτα η πανέμορφη που λεφτά ζητούσε να φύγει» συνωμότησαν με την ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΤΑΓΚΟΥΛΗ, τον ΝΑΡΙ και τον ΕΡΑΤΕΙΝΟ υπό τα πλήκτρα του ΜΑΡΑΜΗ σε μια νύχτα Παρασκευής … μες στο χειμώνα.
Ήταν πράγματι Σκηνές από βουβή ταινία, Έρωτες σκοτεινοί, Δέσμες από τριαντάφυλλα…
Ιδιαίτερη η αναφορά στην πριγκηπέσα της λύπης , τη Μαρία Πολυδούρη.
Αφιερωμένο στον φίλο nikitas που μου έστειλε το στίγμα



Ω, μη με βλέπετε που κλαίω,
δεν έχω θλίψη στην ψυχή μου.
Ό,τι είχα στη ζωή μου ωραίο
χάθηκε κ’ είμαι μοναχή μου.

Είνε η ζωή μου χωρίς χάρη,
χωρίς χαρά και χωρίς λύπη.
Κι’ αν τη ματιά δε μούχουν παρει,
ο λογισμός μου πάντα λείπει.

Με τις σκιές μαζί γυρίζω.
Η μοναξιά πλατιά με ζώνει.
Τους τόπους πια δεν τους γνωρίζω.
Νοιώθω πυκνό να πέφτη χιόνι.

Τίποτε εδώ δε με πλανεύει.
Τίποτε εκεί δε μ’ οδηγάει.
Η σκέψη μου όλο και στενεύει,
ενώ η καρδιά μου όλο λυγάει.

Ω, μη με βλέπετε που κλαίω,
κάποια παλιά συνήθεια θάναι.
Τα μυστικά μου όλα σας λέω,
τώρα που πια δε με μεθάνε.

Στοίχοι Μαρίας Πολυδούρη,
Κυριακές μες τοχειμώνα, Μουσική ΔΗΜ ΜΑΡΑΜΗ

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 29





"Από ποιό μέρος, αύριο, θα βγεί ο ήλιος? Απ΄τη θάλασσα? Απ΄τα δέντρα?
Απ΄το μεγάλο αόρατο καμπαναριό? - Ένας ήλιος, σίγουρα, τριανταφυλένιος
με τρείς λεπτές γρατσουνιές στη δεξιά του καμπύλη
όπως το μάγουλο Τοσκάνας γυναίκας απ΄τα γένια του άντρα."

Μοντεμαρτσέλλο, 29.VI. 90

Καλημέρα παράθυρα και δέντρα.
Καλημέρα ημέρα.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 23



ΔΗΜΟΤΑΡΑΚΤΕΣ


Αυτός εκεί και με τη σκέψη του σκοπεύει

ρίχνει κάτι απλωτές ματιές σαν δίχτυα

κι η άκρη τού κανθού του αγκίστρι

 

Η σκέψη πίσω απ' τα σμιγμένα φρύδια

σαν βολίδα

κι η τρύπα της καρδιάς που στόχευσε κρατήρας

το αίμα να χύνεται σαν λάβα στις λεωφόρους

με αναρτημένα τα πανώ της ανταρσίας

-μπροστά φρουροί και πίσω μασκοφόροι-

Δίχως ινστρούκτορες... Κι οι όψιμοι προστάτες

σαν φαρισαίοι πίσω απ' τα στασίδια

 

Έτσι κι ο Ανδρόνικος ο Β' σ' ένα απ' τα χρυσόβουλλα

μιλά για οχλοποιούς, που «εις παραλύπησιν

αυτών μέλλει είναι

των ορθώς κρατουμένων και εκζητούντων,

συντηρείσθαι εις την πρέπουσαν κατάστασιν

της βασιλείας» του. Ο Ανδρόνικος ο Β'!

 

Και επί πρωθυπουργίας του ο Β', όπως

ο Πιλάτος

νίβει τα χέρια και μιλά ο αναμάρτητος

για οχλοποιούς και για δημοταράκτες

 

Γιάννης Δάλλας

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 19

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18

Ένα μικρό σχόλιο του Άγγελου Καλογερόπουλου στην Αυγή 10/12:

Γιατί ανάβουνε τόσα φώτα μπροστά στα έρημα εφηβικά τους μάτια; Γιατί στολίζουνε τα δέντρα μ’ αυτές τις ουδέτερες μπάλες; Η γιορτή έχει φύγει κάτω από κρότους και πυροβολισμούς. Το γαϊδουράκι πρόγκηξε… Τα παιδιά φεύγουνε σημαδεμένα από ορατές και αόρατες κάννες.
Ένας άδικος θάνατος ενός δεκαπεντάχρονου Αλέξη κάνει τα μάτια μιας δεκαπεντάχρονης Μαίρης να κλαίνε.
Δημοσιογράφοι, πολιτικοί, συνδικαλιστές μιλούν με κασέτα.
Ένα άγριο και ανεξέλεγκτο πάθος σαρώνει τον καταναλωτικό παράδεισο, ασκώντας τη δική του ιδιόμορφη εξουσία. Ο μπάτσος που κρύβουμε μέσα μας βρίσκεται σε ταιριαστή αρμονία με τον απέναντί μας μπάτσο. Οι κοινωνικές εκρήξεις αφήνουν πάντοτε αποκαϊδια, αδιαφορώντας για την ονομαστική του ενός, αφήνοντας αλώβητη τη γενική της εξουσίας.
Ο θάνατος του Αλέξη πρέπει να μας κάνει να σταθούμε στην απουσία της φωνής του ενός.
Τα δάκρυα της Μαίρης δεν πρέπει να γίνουν μίσος και οργή, να εκτονωθούν μέσα στα γενικά συνθήματα του – ειρηνικού ή αγριεμένου- πλήθους. Πρέπει να γίνουν νεράκι που ξαναφέρνει τη ζωή.
Η μόνη εφικτή επανάσταση είναι να καταλύσουμε το κράτος της βίας που κυριαρχεί μέσα μας. Να σπάσουμε τη βιτρίνα που προστατεύει μέσα μας τα κρυφά καταναλωτικά όνειρά μας.
Να βάλουμε τη μόνη πυρκαγιά που ξαναφέρνει τη ζωή.
Να γίνουμε μικρές μολότωφ της αγάπης.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 11

Ο κυρ-Παντελής 


Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή 
έχεις κατάστημα κάπου στη γη 
πουλάς εμπόρευμα, βγάζεις λεφτά 
πολλά λεφτά, πολλά λεφτά 
Τις Κυριακές πρωί στην εκκλησιά 
σταυροκοπιέσαι στην παναγιά 

Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή 
έχεις και σύζυγο, κόρη, παιδί 
μοντέρνα έπιπλα, έγχρωμη tv, 
τρως τροφή πνευματική. 
Μακρυά από κόμματα μην βρεις μπελά, 
“Πατρίς,θρησκεία και φαμελιά” 

Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή 
τι κι αν πεθαίνουνε πάνω στη γη 
χιλιάδες άνθρωποι, χωρίς ψωμί, 
μαύροι, λευκοί ή κίτρινοι. 
Ο γιός σου μοναχά να ‘ναι καλά 
ν’ αφήσεις τ’ όνομα και τον παρά. 

Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή 
σκεύρωσες, σάπισες στο μαγαζί 
τη νιότη ξόδεψες και την ορμή 
για τη δραχμή, για το πετσί 
δίπλα σου τ’ όνειρο, η ζωή και το φως 
μα εσύ στο κουφάρι σου κλεισμένος εντός. 

Ξέρεις πως δώσανε κυρ-Παντελή 
άλλοι τα νιάτα τους και τη ζωή 
να γίνει τ’ όνειρο φέτα ψωμί 
να φας και ‘ συ κυρ-Παντελή; 

Κι εσύ τι έδωσες κυρ-Παντελή; 
πες μας τι έκανες σ’ αυτή τη γη; 
πες μας τί άφησες κληρονομιά 
που να εμπνέει τη νέα γενιά 

Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή 
έντρομ, άβουλε συ φασουλή 
βρώμισες τ’ όνειρο και την ψυχή 
άδειο πετσί χωρίς ψωμί. 

Έντιμοι άνθρωποι, νέα γενιά 
θάψτε τους έντιμους μες στα (σκατά) σπαρτά 
κι αυτούς που φτιάξανε τον Παντελή 
σκουλήκι άχρηστο σ’ αυτή τη γη. 



Στίχοι: Πάνος Τζαβέλας 

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 4

"ποίηση
 χαρταετός
 που ξέφυγε απ' τα χέρια παιδιού
πεταλούδα
 που γλιτώνει απ' τη φωτιά
νύχτα
 στρωμένη τσιγάρα λέξεις …"
Θ. Γκόρπας


Τρίτη, Δεκεμβρίου 2

http://www.youtube.com/watch?v=V7wPCbe272I
Η συνοικία τού Έξαρχου

Από νωρίς τα Εξάρχεια δέχθηκαν το νέο αίµα. Η Νεάπολη ήταν η πρώτη αγαπηµένη περιοχή των φοιτητών, και στην προέκτασή της χτίστηκαν τα Εξάρχεια, µε ακούσιο νονό τον µπακάλη τής γειτονιάς που είχε καταστεί οικονοµικό κέντρο τής συνοικίας. Όλα αυτά χρονολογούνται από τις αρχές τού 20ού αιώνα• ποιος θα περίµενε ότι λήγοντος του 20ού οι ξενοµερίτες θα ρωτούν: «πού πέφτουν τα Εξάρχεια;» και οι πιτσιρικάδες θα απαντούν σκωπτικά: «στον γκρεµό!». Έπεσαν, αλλά πιάστηκαν από γερό κλαδί.Το µεταχουντκό τσουνάµι τής ντρόγκας έστησε µαύρο χορό στην πλατεία, η συνοικία –κέντρο αναρχόβιων και διαµαρτυρηµένων συνειδήσεων, όσο και σχολείο αυτοπεποίθησης– θέλησε να αυτονοµηθεί από τη λοιπή πόλη. Να έχει δικά της σύνορα, να µπορεί να κλείνει τους δρόµους, να προβάλλει τις διαφορές της και να χαίρεται όπως οι φοιτητές στις καταλήψεις. Είναι µήπως τυχαίο ότι ακόµη και σήµερα η αστυνοµική κλούβα δεν τολµάει να περάσει από την πλατεία; Η περιοχή είναι περιώνυµη γιατί έχει µόνιµο πένθος για τη «χαµένη» νεολαία της, αλλά και αξόδευτη δύναµη που είναι αισθητή στα πάντα. Συνήθως τις χαµένες µάχες τις γιατρεύει ο ειρηνικός πληθυσµός. Ο κοσµάκης είναι συµφιλιωµένος µε την κατάσταση, κι όταν λέει «Εξάρχεια» προτιµά να σκέπτεται τις καλές και όχι τις κακές ώρες. Από το κουρείο τού Μάκη, ένα γύρω τα καφενεία και τις ταβέρνες, µέχρι την υπεροπτική Καλλιδροµίου µε τη λαϊκή της και το ανέκδοτο του Μπιθικώτση ότι «ο Ξαρχάκος στεγνώνει γρήγορα µετά το µπάνιο επειδή είναι κοντός», όλα βαίνουν καλώς.Για µας τους παλαιότερους, είναι δύσκολο να διαβούµε τους δρόµους τής συνοικίας χωρίς να αναλογιστούµε τις αλησµόνητες σκιές που πηγαινοέρχονταν σαν σαΐτες πλέκοντας το παραµύθι τού χώρου. Τον Γιώργο Ιωάννου (οδός Κανέλλου Δεληγιάννη), τον Γιώργο Νταλιάνη (που κατέληξε στο Δροµοκαΐτειο Θεραπευτήριο), τον Νικόλα Άσιµο (που αυτοχειριάστηκε, κι όπως µας είπε ο πατέρας του, µικρό τον έδενε σε δέντρο), τον Χρήστο Βακαλόπουλο (που αγαπούσε την µπλε πολυκατοικία και έµενε στην οδό Ασηµάκη Φωτίλα) και, φυσικά, τον Νίκο Μπαλή.Ο Μπαλής ήταν εµβληµατική εξαρχειώτικη φιγούρα. Αλλόκοτο κράµα ευφυΐας, βιβλιογνωσίας, οξύνοιας και οξυθυµίας, εργατικός, δηµιουργικός, προσβλητικός, όταν το ζητούσε η στιγµή, και ανένδοτος, µε τον θάνατό του έλειψε σε όλους. Στον εαυτό του πριν απ’ όλα, διότι έφυγε νεότατος, στην οικογένειά του, στους φίλους και συνεργάτες, στο «Παρασκήνιο», όπου είχε στήσει κανονικό κέντρο διαλέξεων, και στον Δηµήτρη Αρβανίτη, αλλά και στον ίδιο τον τόπο ένα γύρο που τον ήθελε. Ακόµη µοσχοβολούν στην Καλλιδροµίου τα πούρα του και τα λόγια του.Μεγαλώνοντας, χωρίς να θέλουµε, ψυχανεµιζόµαστε ότι η ζωή επινοεί ψεύδη για να στήσει την αλήθειά της, µε αποτέλεσµα να γράφει ιστορία εκεί που εµείς νοµίζουµε ότι απλώς παραφέρεται. Οι δρόµοι παραµένουν καρφωµένοι στη γη αλλά καθένας που αποχωρεί είναι σαν να παίρνει µαζί του ένα σπάνιο είδωλο του χώρου που δεν επιστρέφει. Πλην όµως, όπως έλεγαν οι παλιοί, η ζωή δεν είναι για χόρταση. Ήρθες, είδες, έφυγες. Το µόνο βάλσαµο είναι οι νέοι κάτοικοι, οι νέοι άνθρωποι, το νέο παραµύθι που θα ξαναντυθεί τα κυριακάτικά του για να κάνει παιχνίδι.Πράγµατι, η συνοικία διαθέτει µαγνητισµό: είναι κέντρο-απόκεντρο, βρίσκεσαι στο σύνορο του κέντρου τής Αθήνας κι όµως έχεις την ευεργετική αυταπάτη ότι κατοικείς σε προάστιο. Ο λόφος τού Στρέφη (πρώην λόφος Αγχέσµου) εντείνει την αίσθηση, καθώς είναι βουνό συµφιλιωµένο µε κατοικίες. Είναι άλλωστε εξόχως χαρακτηριστικό ότι η πρώτη πολυκατοικία τής Αθήνας χτίστηκε –πού αλλού;– στα Εξάρχεια.
ΓΑΛΕΡΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Πέμπτη, Νοεμβρίου 27




Μαζί σου επαλήθευσα την καμπύλη
σε γενετήσιες εξάρσεις
με συνένοχη τη γεωμετρία του Σύμπαντος.
Πόδια λαγόνια - σε σωματική επανάσταση.
Γιά σένα το λυρικό απόγευμα Εύα.
Μαζί σου επαλήθευσα τη Φυσική μου
με χιλιάδες κλειδοκύμβαλα με ανάερα
φλάουτα
ροκανίζοντας ειμαρμένη κι απουσία.
Εύα φρυγική κι απροσφώνητη ευτυχία
του μαύρου
σε συντροφεύω στην αιωνιότητα του εόντος.

Παρουσία, Νίκος Καρούζος

Τετάρτη, Νοεμβρίου 19




Μια γυναίκα μονάχη με τον άνεμο πέρασε στ’ ακρογιάλι·
το φόρεμά της κολλάει στο κορμί της.
Κι αυτός με το χέρι στην τσέπη,
παράτησε το ζεσταμένο νόμισμα κι έσφιξε το φαλλό του.
Έι -φώναξε-
έι, άτιμη, μαγκούφα, σκρόφα ζωή, τι όμορφα που μοσκοβολάει
αλμύρα, δάφνη, σπέρμα και μουνί το μπορντέλο του κόσμου

«Πορθμείο», Γιάννης Ρίτσος, περ. "ΔΕΝΤΡΟ"